Κυριακή, 1 Οκτωβρίου 2017

Το Πρόσωπο του Μήνα - Ηρώ Μουκίου, ηθοποιός

To Art Magazino, ο Γιώργος Λιναρίτης και ο Παναγιώτης Πετρόπουλος έχουν την τιμή και τη χαρά να φιλοξενούν την Ηρώ Μουκίου. Οι διαχειριστές του blog λοιπόν, συναντήθηκαν με την Ηρώ στο σπίτι της στην Αθήνα όπου τους παραχώρησε μία εφ’όλης της ύλης συνέντευξη και περάσανε μαζί ένα υπέροχο και «ζεστό» απόγευμα. 

Ηρώ καλησπέρα, θα θέλαμε πρώτα απ’ όλα να σε ευχαριστήσουμε που ανταποκρίθηκες στην πρόσκληση μας να γίνεις το Πρόσωπο του Μήνα του Art Magazino! Θα θέλαμε να μας μιλήσεις λίγο για τα παιδικά σου χρόνια, να σε πάμε λίγο πίσω, που γεννήθηκες, που μεγάλωσες, τα πρώτα βιώματα, οι πρώτες σκέψεις, εικόνες.
Καλησπέρα παιδιά! Λοιπόν είμαι Αθηναία, Αθηναία γκάγκαρη που λένε. Γεννήθηκα στο Έλενα και μεγάλωσα στον Κολωνό. Ο μπαμπάς μου Ψυρριώτης. Έχω πάρα πολλές μνήμες ως παιδί από Μεταξουργείο, Ψυρρή, Μοναστηράκι, Κολωνό. Μια Αθήνα που γνώρισα εγώ και που τώρα δυστυχώς δεν υπάρχει. Με πολύ λιγότερο κόσμο, με πολύ λιγότερα αυτοκίνητα. Πρόλαβα, ας πούμε βόλτες με τα παιδιά, κάτω στο πεζοδρόμιο να παίζουμε κουτσό, παρόλο που πλέον δεν είναι χαρακτηριστικό των μεγάλων πόλεων και της Πρωτεύουσας. Αλλά πριν σαράντα χρόνια στην Αθήνα παίζαμε τα παιδιά στα πεζοδρόμια. Τα παιδικά μου χρόνια θα έλεγα πως ήταν κανονικά. Ως παιδί όμως, είχα καλλιτεχνικές ανησυχίες, όχι όμως να γίνω ηθοποιός. Μου άρεσε πολύ ο χρωστήρας. Η πρώτη μου καλλιτεχνική έκφραση ήταν μέσω της ζωγραφικής. Είχα αποπειραθεί να ζωγραφίσω, κάποιοι έλεγαν ότι τα καταφέρνω πολύ καλά. Ήμουν αυτοδίδακτη, αργότερα πήρα μαθήματα ζωγραφικής στη σχολή του Μπότη Θαλασσινού. Ζούσα όπως είπα μία κανονική ζωή, ενός παιδιού που στην εφηβεία επαναστατεί μέσω της τέχνης, μέσω της ζωγραφικής. Καλή μαθήτρια στο σχολείο. Το ό,τι θέλησα να γίνω ηθοποιός μου ήρθε όμως πολύ αργότερα.

Υπήρχε κάποιο ερέθισμα από το οικογενειακό περιβάλλον;
Όχι! Πολύ απότομα θα έλεγα ήρθε το ερέθισμα και από την άλλη σκεπτόμενη ότι ήδη ασχολούμουν με τη ζωγραφική… Η τέχνη γενικά έχει πολλά ποδάρια που μπορεί να είναι ο χορός, η γλυπτική, η ζωγραφική, η υποκριτική, ένα κάρο πράγματα. Όποτε δεν το βρήκα παράξενο, εφόσον μου άρεσε να ζωγραφίζω και να εκφράζομαι με κάποιο τρόπο, να μεταπηδήσω στην υποκριτική. Έτσι και έγινε! Έδωσα εξετάσεις το 1985, όταν πρωτοέγιναν ανώτερες οι Δραματικές Σχολές. Πήγα στην Δραματική Σχολή της Μαίρης Βογιατζή Τράγκα, την οποία τελείωσα το 1988 και από εκεί και πέρα έκανα ωραίες δουλειές, ωραίες συνεργασίες. Στο θέατρο με πήρε η Κούλα Αντωνιάδου και έκανα αγγλόφωνη Ηλέκτρα του Σοφοκλή, με την Ελένη Σκότη ως Ηλέκτρα και εμένα ως Χρυσόθεμη. Μετά από αυτό ήρθαν πολύ καλές θεατρικές δουλειές, το ένα έφερνε το άλλο. Στην τηλεόραση με πήρε ο Πάνος Κοκκινόπουλος, έκανα την Μανιάτισσα. Ήμουν ακόμα στη σχολή όταν με πήρε ο Κοκκινόπουλος, πρώτο έτος!

Πως σου φάνηκε αυτή η πρόταση; Είσαι στην σχολή και έρχεται κάποιος και σου λέει σε θέλω να παίξεις εκεί.
Δεν ήρθε κάποιος, πήγα εγώ στην audition! (γέλια) Λοιπόν, έκανε τότε την Μανιάτισσα με την Ελένη Ανουσάκη και γινόταν μία audition. Ξέρετε σε όλες τις σχολές ανακοινώνονται οι audition, ειδικά τότε που δεν υπήρχε και το ίντερνετ. Σας μιλάω τώρα ’86, ’87 που έγινε η Μανιάτισσα. Δεν υπήρχε άλλος τρόπος να το μάθεις. Έστελναν δελτία τύπου οι σκηνοθέτες στις Δραματικές σχολές ότι γίνεται audition για αυτό το σήριαλ. Και πήγα. Και με επέλεξε να κάνω την Κατινιώ, την πέτρα του σκανδάλου για τους δυο γιους της Μανιάτισσας. Ένας πολύ ωραίος ρόλος και μία πολύ ωραία συνεργασία που στάθηκε αφορμή για ένα υπέροχο σχολείο πάνω στο σινεμά - ο Κοκκινόπουλος σινεμά κάνει, αυτό θα κάνει για πάντα – και επίσης η αφορμή για μία υπέροχη σχέση ζωής, μία φιλία ζωής και συνεργασία ζωής! Μετά συνεχίσαμε με πολλά ακόμα, όπως και τελευταία με τη Δέκατη Εντολή, που κράτησε πολλά χρόνια και κάναμε πολλά επεισόδια. Αμέσως μετά τον Κοκκινόπουλο, ο οποίος με σύστησε πρέπει να πω στην Λένα Βουδούρη που κάναμε μία ταινία, στον Παναγιωτάτο που κάναμε ιστορίες μυστηρίου και φαντασίας, ήρθε η ιδιωτική τηλεόραση και το ’89 ο Νίκος Κουτελιδάκης μου προτείνει να συμμετέχω στους Αυθαίρετους. Από εκεί, με τους Αυθαίρετους, που είναι μία σειρά ορόσημο γίνομαι ευρέως γνωστή.

Θα θέλαμε να σε ρωτήσουμε – είναι μία ερώτηση που την κάνουμε στους καλεσμένους μας στο Art Magazino – πως αισθάνθηκες την πρώτη φορά που ανέβηκες στην σκηνή και αντίκρυσες το κοινό. Πως ήταν τα συναισθήματα σου;
Στους πρωτάρηδες το τρακ έχει να κάνει μόνο με την επιφάνεια, επειδή έχει να κάνει με την άγνοια. Είναι σαν τα μικρά παιδιά, που μπορούν πολύ εύκολα να πέσουν από το μπαλκόνι επειδή έχουν την άγνοια του κινδύνου. Το ίδιο γίνεται και με τους νέους ηθοποιούς ή τουλάχιστον με εμένα. Στην αρχή όσο έχεις άγνοια της έκθεσης, το τρακ είναι καθαρά επιφανειακό, επιδερμικό θα έλεγα. Έτσι ένοιωσα και εγώ! Είχα πολύ τρακ επειδή θα έβγαινα σε πολύ κόσμο. Δεν έχει καμία σχέση με το τρακ που νοιώθω όλα αυτά τα τριάντα χρόνια, με την εμπειρία που έχει προστεθεί. Το τρακ της ευθύνης του να είμαι συνεπής απέναντι στο κοινό σε αυτό που κάνω. Έχει διαφορά. Οπότε ναι, ένοιωσα αυτό το τρακ του πρωτάρη ας πούμε, της άγνοιας. Το χειροκρότημα ήταν βέβαια μία έκπληξη. Δεν είχα χειροκροτηθεί ποτέ. Το να βγεις σε ένα θέατρο, σε πλατύ κοινό με τον Γιώργο Κωνσταντίνου στον «Πολίτη Γ’ Κατηγορίας» που ήταν τεράστια επιτυχία και να είναι από κάτω χίλια άτομα και να χειροκροτούν ήταν πολύ μεγάλη έκπληξη! Όταν είσαι με τον Γιώργο Κωνσταντίνου, έναν σπουδαίο ηθοποιό, που γεμίζει θέατρα και είσαι δίπλα του, παίρνεις και εσύ αυτή την ενέργεια του κοινού. Και με έναν Βούρο στα καλύτερα του, ήταν τεράστιος σταρ τότε. Και εγώ έπαιζα μαζί τους! Ήταν τρομερό το συναίσθημα!

Από τις τηλεοπτικές δουλειές που έχεις κάνει, ποια ήταν αυτή που σου άρεσε περισσότερο; Σου άρεσαν περισσότερο οι κωμωδίες που έχεις παίξει ή οι δραματικές σειρές;
Τώρα θα σας πω κάτι πολύ περίεργο. Στην τηλεόραση οι δουλειές που μου έχουν προταθεί και έχω συμμετάσχει, το 80% είναι δράματα. Κωμωδίες στην τηλεόραση έχω κάνει μόνο δύο! Το «Καληνύχτα μαμά» του Νίκου Μαστοράκη και τους «Αυθαίρετους». Όλα τα άλλα είναι με Κοκκινόπουλο, με Μανουσάκη, με Παναγιωτάτο…

Ο κόσμος όμως έχει την αίσθηση ότι είναι περισσότερες οι κωμωδίες!
Ναι! Γιατί την ίδια περίοδο που έκανα το δραματικό, βαρύ, θρίλερ ή αστυνομικό στην τηλεόραση, στο θέατρο έπαιζα με σπουδαίους κωμικούς όπως ο Βουτσάς, ο Μουστάκας, ο Κωνσταντίνου, ο Τσιβιλίκας. Με αυτούς τους κωμικούς τόσα χρόνια κωμωδία! Οπότε η εικόνα που μένει είναι πάντα του ευχάριστου. Δύσκολα κάποιος κρατά το δράμα στο μυαλό του, περισσότερο κρατάει αυτό που γελάει. Στο θέατρο λοιπόν είχα την κωμωδία για μία μεγάλη περίοδο, γιατί αργότερα σταμάτησε και αυτό, προτάσεις είχα και έχω μόνο για δραματικά έργα και στην τηλεόραση δραματικές σειρές. Το κοινό κρατάει όμως το ευχάριστο.

Εσένα Ηρώ, τι σου αρέσει περισσότερο; 
Μου αρέσουν όλα τα είδη του θεάτρου, δεν μπορώ να υποτιμήσω κάποιο γιατί το θέατρο είναι ένα. Τώρα τα είδη του θεάτρου… από την στιγμή που είσαι ηθοποιός και καλείσαι να κάνεις ένα από αυτά, καλείσαι να το υπηρετήσεις σωστά και εγώ αυτό κάνω.

Ποια είναι τα σχέδια σου θεατρικά και τηλεοπτικά;
Σίγουρα αυτή τη σεζόν θα επαναληφθεί η περσινή μας θεατρική επιτυχία «Μία στάση πριν» σε σκηνοθεσία Δημήτρη Μάριζα και με συμπρωταγωνιστή τον Θοδωρή Αντωνιάδη. Υπάρχει και πιθανότητα να αλλάξουν οι μέρες. Το έργο του Βασίλη Ρίσβα πήρε πολύ καλές κριτικές και άρεσε πολύ στον κόσμο. Μας έλεγαν ότι είναι πολύ μεστό υποκριτικά, άρεσε πολύ το κείμενο, σε κρατάει σε αγωνία, είχε τη σωστή διάρκεια, όλα αυτά. Επίσης θα κάνω γυρίσματα για την ταινία του Γιάννη Λαπατά «Η Δεξιά τσέπη του ράσου» που είναι βασισμένη στο ομότιτλο βιβλίο του Γιάννη Μακριδάκη και πρωταγωνιστεί ο αγαπημένος μου Θοδωρής Αντωνιάδης!

Θα ήθελες να μας πεις έναν ρόλο που θα ήθελες να παίξεις, που ονειρεύεσαι;
Θα ήθελα να παίξω πολλούς ρόλους! Ονειρεύομαι πολλούς ρόλους! Μ’ αρέσει πάρα πολύ να παίζω ρόλους και όχι απαραίτητα μεγάλους ρόλους σε έκταση όσο σε υπόσταση. Να είναι ένας ρόλος που να κάνεις πράγματα, να έχεις να πεις κάτι και είναι πάρα πολλοί αυτοί οι ρόλοι. Ενδεικτικά θα σας πω. Θα ήθελα να παίξω έναν αντρικό ρόλο στο θέατρο, που έχει έναν βαθμό δυσκολίας. Έχω κάνει μόνο στη σχολή ένα αγόρι από τους «Δύο άρχοντες από την Βερόνα» του Σαίξπηρ. Πολύ θα ήθελα λοιπόν να κάνω έναν αντρικό ρόλο, υποκριτικά να βαρύνω. Μεγαλώνοντας θέλω να μπω στα χωράφια του αντρικού μυαλού, στην αντρική σκέψη που είναι πιο απλή, πιο ξεκάθαρη. 

Πως προσεγγίζεις έναν ρόλο;
Θέλει πολύ χρόνο και πολύ κόπο. Δεν είναι όμως μόνο θέμα χρόνου. Δεν σημαίνει πως όταν δουλεύεις 6 μήνες σε έναν ρόλο θα τον κάνεις τέλειο ή όταν δουλέψεις δύο μήνες πως θα τον κάνεις λιγότερο καλά. Το θέμα είναι πως δουλεύεις σε έναν ρόλο, πως προσεγγίζεις έναν ρόλο. Εκεί έχει μεγάλη σημασία ο σκηνοθέτης. Ο ηθοποιός σίγουρα είναι ένα όργανο. Ο καθένας μας είναι διαφορετικός. Ο καθένας έχει τις δικές του μεθόδους για να προσεγγίσει έναν ρόλο, αλλά την κατεύθυνση στην δίνει ο σκηνοθέτης. Οπότε ένας καλός ηθοποιός, στα χέρια ενός κακού σκηνοθέτη, θα βγει κακός. Αν η κατεύθυνση είναι στραβή, εσύ είσαι υποχρεωμένος, επειδή ο σκηνοθέτης βάζει την υπογραφή του σε μία παράσταση να την ακολουθήσεις. Και το κοινό καταλαβαίνει ότι εδώ υπάρχει ένας άνθρωπος που υποστηρίζει μία λάθος γραμμή. Δεν θα είσαι καλός υποστηρίζοντας μία λάθος γραμμή. Θα φαίνεται η δουλειά που έχεις κάνει αλλά δεν θα είναι καλό το σύνολο. Και σε ένα κακό σύνολο, ο καλός ηθοποιός κακός θα βγει. 

Πως επιλέγεις έναν ρόλο από τις προτάσεις που σου κάνουν;
Πως επιλέγω έναν ρόλο; Και από ένστικτο. Αν δεν ξέρω το έργο, δηλαδή αν δεν είναι ένα έργο κλασικό και είναι π.χ. ένα έργο νεοελληνικό ή σύγχρονο, διαβάζοντάς το, αισθάνεσαι αν μυρίζει θέατρο. Αν υπάρχει αυτό που έλεγε ο παππούς μας ο Αριστοτέλης «μίμησις πράξης» που έχει δράση, δεν είναι αφήγηση. Έχει χαρακτήρα δράσης. Ένα έργο δράσης, ας έχει μέσα και κομμάτια αφηγηματικού χαρακτήρα. Να φαίνεται η δράση, να την μυρίζεις. Όπως φαίνεται και η ποίηση. Πρέπει να υπάρχουν αυτά τα στοιχεία για να συνιστούν ένα ωραίο θεατρικό κείμενο, να συνιστούν θέατρο. Πολλοί γράφουν κείμενα, αλλά από το γράφω μέχρι το γράφω θέατρο έχει μεγάλη διαφορά. Όταν λοιπόν πέσει στα χέρια μου ένα τέτοιο θεατρικό κείμενο και δω ότι είναι ένα καλό θεατρικό έργο τότε το επιλέγω. Κοιτάζω βέβαια και τους ρόλους, γιατί και αυτό είναι σημαντικό κομμάτι ενός καλού θεατρικού έργου, η ολότητα των ρόλων δηλαδή, η πλήρωση του χαρακτήρα.   Δεν αναφέρομαι στην έκταση του ρόλου, αλλά στο πόσο μου δίνει ο χαρακτήρας στοιχεία να πατήσω και να τον χτίσω. 

Έχεις παίξει σε μονόλογο;
Έχω κάνει έναν πολύ πετυχημένο μονόλογο, την «Φωνή της Λουντμίλα». Τρία χρόνια παιζόταν αυτό το θεατρικό έργο, παίχτηκε σε όλη την Ελλάδα και την Κύπρο. Μια δουλειά εξαιρετική του Άρη Μπαφαλούκα. Ήταν μέσα στις 10 καλύτερες παραστάσεις του Αθηνοράματος το 2010. 

Ο μονόλογος δεν είναι δύσκολο να τον προσεγγίσεις;
Δεν είναι δύσκολο επειδή είσαι μόνος σου στη σκηνή και δεν έχεις ασφάλεια από πουθενά και ο συμπαίχτης σου είναι τα φώτα, ο ήχος και τα αντικείμενα τα οποία χρησιμοποιείς. Βέβαια οφείλω να σας πω, ότι είναι πολύ εύκολος στην εκμάθηση. Είναι πιο εύκολο να μάθεις 30 σελίδες χωρίς να παρεμβάλλεται άλλος, πιστέψτε με και εγώ το διαπίστωσα όταν κλήθηκα να το κάνω. Ο μονόλογος λοιπόν, είναι δύσκολος υποκριτικά γιατί είναι δύσκολο να κρατήσεις το ενδιαφέρον του κοινού για μία ή μιάμιση ώρα. Αυτό είναι το στοίχημα. Να φτάσεις σε μία τέτοια τελειότητα τον ρόλο, τον μονόλογο, ώστε το κοινό να βλέπει στην σκηνή 10 πρόσωπα και όχι ένα. Εκεί είναι η δυσκολία του μονολόγου. Να μην αρχίσει το κοινό να σκέφτεται που έχει να πάει αύριο, τι έχει να πληρώσει, τα παιδιά του, τη γυναίκα του, τα προβλήματα του. Πρέπει να κρατήσεις αμείωτο το ενδιαφέρον του κόσμου σε μονόλογο. Επίσης το να κρατήσεις το ενδιαφέρον ανθρώπων που δεν είναι οπαδοί των μονολόγων. Δηλαδή ανθρώπων που θα τους πουν να πάνε να δούνε έναν μονόλογο και θα σκεφτούν «βαρετό είναι, θα κάτσω μιάμιση ώρα να δω έναν άνθρωπο;». Θέλω να πω, πως ο μονόλογος είναι καταδικασμένος από τη μεγαλύτερη μερίδα του κοινού. Υπάρχει φυσικά ένα κοινό το οποίο είναι μυημένο θεατρικά που θα πάει να δει και μονόλογο και τα πάντα. Όμως θέλεις να προσεγγίσεις και το μη μυημένο κοινό. Αυτό θέλεις να βάλεις στο θέατρο, να μυηθεί. Θα χαρώ πάρα πολύ το να έρθει ένας μυημένος και να δει έναν μονόλογο. Όμως το να καταφέρω να φέρω στο θέατρο σε μονόλογο έναν άνθρωπο που έχει δει δύο φορές στη ζωή του θέατρο και να καταφέρω να τον κρατήσω, αυτό είναι μεγάλη επιτυχία. Και είναι μεγάλη επιτυχία γιατί θα του ανατρέψω την εικόνα περί θεάτρου, περί έργου. Και θα έχω κερδίσει έναν επιπλέον θεατή, γιατί ο άνθρωπος αυτός θα ξαναπάει να δει μονόλογο. Για μένα αυτή είναι η δυσκολία, να κρατήσεις το ενδιαφέρον στον μη μυημένο θεατή. Νομίζω πως το κατάφερα αυτό με την Λουντμίλα. Με σταματάει ακόμα ο κόσμος στο δρόμο και μου μιλάει για αυτή την παράσταση, πόσο είχε συγκλονιστεί με αυτόν το ρόλο. Θα ήθελα πολύ να ξαναβρώ το κουράγιο να κάνω πάλι τη «Φωνή της Λουντμίλα». Αν έκανα δηλαδή μονόλογο θα ήταν πάλι αυτός! Με έχει στιγματίσει! Μου έχουν έρθει κείμενα, θεωρώ όμως πως την αρτιότητα που είχε η ιστορία αυτής της γυναίκας και πόσο άξιζε να είναι μόνη της πάνω στη σκηνή και να φαντάζεσαι όλα τα άλλα πρόσωπα,  δύσκολο να βρεθεί. Δεν έχω βρει μέχρι στιγμής κάτι που να με κεντρίσει έτσι ώστε να μπορέσω να ξεπεράσω την Λουντμίλα.

Θα θέλαμε Ηρώ να μας πεις τα χόμπι σου.
Ω, είναι πάρα πολλά! Μου αρέσει ο αθλητισμός, μου άρεσε από μικρή, έκανα ενόργανη και μπαλέτο. Μου αρέσει η ζωγραφική. Ασχολούμαι πολύ  με τα ζώα, είμαι ένας φιλόζωος άνθρωπος. Είναι πολλά τα χόμπι μου. Διαβάζω επίσης πάρα πολύ αλλά αυτό δεν το θεωρώ χόμπι. Δεν πρέπει να είναι χόμπι σε έναν άνθρωπο το διάβασμα. Πρέπει να είναι μία ενασχόληση καθημερινή και να το εντάξει στην καθημερινότητα του και όχι στον ελεύθερο του χρόνο. Αυτά που σας λέω είναι στον ελεύθερο μου χρόνο. Μου αρέσει πολύ η ιππασία, λατρεύω τα άλογα. Επίσης η εξοχή, η ορειβασία. Γενικά είμαι άνθρωπος πολύ των σπορ. Το κολύμπι επίσης, κολυμπάω με τις ώρες.  Δεν έχω αυτό που λαθεμένα πιστεύει ο κόσμος για μένα, της φροντισμένης γυναίκας, του κομμωτηρίου. 
  
Σου αρέσει να χρησιμοποιείς τα μέσα μεταφοράς, να κυκλοφορείς στον κόσμο;
Μόνο τα μέσα μεταφοράς! Αυτοκίνητο δεν έχω πάρει ποτέ στο κέντρο της Αθήνας που ζω. Τα έχω δέκα, δέκα τα εισιτήρια! Και επίσης με τα πόδια, κάνω 5 χιλιόμετρα την ημέρα. Πέρυσι ας πούμε, πήγαινα και γύριζα στην Αθηναϊδα, στο θέατρο δηλαδή με τα πόδια, είναι περίπου 45 λεπτά από το σπίτι μου. Χρησιμοποιώ τα μέσα γιατί θέλω να συμβάλλω σε καθαρότερη πόλη, χωρίς καυσαέριο, χωρίς νεύρα! Είμαστε όλοι τρελοί έτσι και αλλιώς με τους ρυθμούς που ζούμε. Σκέψου τώρα, κίνηση, φανάρια, βρισιές, δεν έχεις που να παρκάρεις. Και το κυριότερο μολύνεις την πόλη σου! Ειδικά τώρα δεν μπορούμε να πούμε πως η Αθήνα δεν έχει τα σωστά μέσα μεταφοράς! Δεν υπάρχει δικαιολογία, όπου και να είσαι, υπάρχει ένα μέσο μαζικής μεταφοράς. Είναι ασυνειδησία να χρησιμοποιείς το αυτοκίνητο μέσα στην πόλη. Ζούμε που ζούμε σε μία μολυσμένη πόλη, δεν πρέπει να παίρνουμε το αυτοκίνητο μας για να πάμε οπουδήποτε μέσα στην πόλη. Προτρέπω συνέχεια τους φίλους μου και τους γνωστούς μου, τον οποιοδήποτε, όπως και εσάς παιδιά που ήρθατε εδώ σας προέτρεψα να χρησιμοποιήσετε τα μέσα μεταφοράς.
  
Έχεις ασχοληθεί με τα κοινά, έτσι δεν είναι;
Ήμουν Δημοτική Σύμβουλος στη Λάρισα, με γέμιζε πάρα πολύ αυτό, αλλά επειδή έχει πολιτικό χαρακτήρα ακόμα και στην τοπική Αυτοδιοίκηση, δεν σε αφήνει να ολοκληρώσεις τις σκέψεις σου και τις ιδέες σου. Υπάρχουν δικλείδες, υπάρχουν μπάρες, υπάρχουν στοπ γιατί βλάπτει πολιτικά η τάδε κίνηση τον τάδε, ή γιατί ψηφοθηρικά πρέπει να γίνει αυτό. Εγώ είμαι πολύ ονειροπόλα για να κάνω πολιτική τελικά. 

Ηρώ σε ευχαριστούμε από καρδιάς για την όμορφη κουβέντα μας! 
Εγώ σας ευχαριστώ παιδιά!

Σημ: Οι φωτογραφίες προέρχονται από το προσωπικό αρχείο της κα Μουκίου, καθώς επίσης και από την Facebook Fanpage της.

Επιμέλεια Παναγιώτης Πετρόπουλος / Γιώργος Λιναρίτης 

© Art Magazino / 2017

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.